Μετάφραση του "isolated" σε Ελληνικά

Οι απομονωμένος, μοναχικός, μεμονωμένος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "isolated" σε Ελληνικά.

isolated adjective verb γραμματική

Placed or standing apart or alone; in isolation. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • απομονωμένος

    adjective masculine

    in isolation

    The destination is isolated and no adequate destination alternate exists.

    ο προορισμός είναι απομονωμένος και δεν υπάρχει κανένας κατάλληλος εναλλακτικός προορισμός.

  • μοναχικός

    adjective masculine

    in isolation

    Because drawing is such isolating work, a sleeping cat can really give you comfort.

    Επειδή το σχέδιο είναι πολύ μοναχική δουλειά, όταν έχεις παρέα μια γάτα που κοιμάται, νιώθεις πολύ άνετα.

  • μεμονωμένος

    Unfortunately Bellacruz is not an isolated case, rather it is the tip of the iceberg.

    H Bellacruz, δυστυχώς, δεν είναι μια μεμονωμένη περίπτωση.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • απλός
    • ενικός
    • μονός
    • αγειτόνευτος
    • ανεξάρτητος
    • αποκλεισμένος
    • περιστασιακός
    • χωριστός
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " isolated " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "isolated" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "isolated" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη