Μετάφραση του "jointure" σε Ελληνικά

Οι συνένωση, σύζευξη, ένωση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "jointure" σε Ελληνικά.

jointure verb noun γραμματική

(obsolete) A joining; a joint. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • συνένωση

    noun
  • σύζευξη

    noun
  • ένωση

    noun feminine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " jointure " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "jointure" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη