Μετάφραση του "jointed" σε Ελληνικά
Το αρθρωτός είναι η μετάφραση του "jointed" σε Ελληνικά.
jointed
adjective
verb
γραμματική
Having joints. [..]
-
αρθρωτός
Adjective
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " jointed " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "jointed" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
επίπεδη διάρθρωση
-
Άρθρωση · άρθρωση · ένωση · αρμός · γάρο · κέρατο · καταγώγιο · κλείδωση · κοινός · κουτούκι · λαϊκή ταβέρνα · μπάφος · πανδοχείο · ρόστο · στέκι · στενή · συλλογικός · συν- · συνδεδεμένος · συνδυασμένος · συντονισμένος · σύναψη · σύνδεση · σύνδεσμος · τεκές · τσαρδί · τσιγαριλίκι · φαγάδικο · φυλακή
-
κοινό όργανο ΕΟΧ
-
κυτίο σύνδεσης
-
κοινή επιχείρηση · κοινή επιχείρηση ΕΚΑΕ
-
κοινής συνιδιοκτησίας με
-
άρθρωση του αγκώνα · αγκώνας
-
αρμό διαστολής
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη