Μετάφραση του "joy" σε Ελληνικά

Οι χαρά, ευτυχία, κέφι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "joy" σε Ελληνικά.

joy verb noun γραμματική

(uncountable) The feeling of happiness, extreme cheerfulness. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • χαρά

    noun feminine

    feeling of happiness [..]

    It brings me great joy.

    Αυτό μου φέρνει μεγάλη χαρά.

  • ευτυχία

    noun feminine

    She says that Ma is a person who was incapable of experiencing joy.

    Λέει πως η μαμά είναι ανίκανη να νιώσει ευτυχία.

  • κέφι

    noun neuter

    feeling of happiness

    " Every day finds joy anew

    " Κάθε μέρα με κέφι ξυπνώ

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • αγαλλίαση
    • ευφορία
    • ευθυμία
    • θέλγητρο
    • χαίρομαι
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " joy " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Joy proper

A female given name. [..]

+ Προσθήκη

"Joy" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Joy στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Εικόνες με "joy"

Φράσεις παρόμοιες με "joy" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • Ύμνος στη Χαρά
  • τζίφος
  • αλαλαγμός
  • εκφράζω χαρά
  • πετώ στα σύννεφα · χοροπηδώ από χαρά
  • βόλτα (με κλεμμένο ή χωρίς τη συγκατάθεση του ιδιοκτήτη) αυτοκίνητο · τρελή κούρσα
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "joy" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη