Μετάφραση του "jumping" σε Ελληνικά

Οι άλμα, πήδημα, πήδος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "jumping" σε Ελληνικά.

jumping adjective noun verb γραμματική

(colloquial) excellent, very fun [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • άλμα

    noun

    Yeah, but you're a two guard now, so let's see the jump shot.

    Ναι, αλλά τώρα είσαι δυάρι, άρα ας δούμε το σουτ με άλμα.

  • πήδημα

    noun

    I'm just saying that's not the actual jump I made.

    Απλά λέω ότι δεν είναι το πραγματικό πήδημα που έκανα.

  • πήδος

    noun
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " jumping " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "jumping" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • φασόλι γένους sebastiniana
  • άλμα · αγνοώ · αλεξίπτωτο · αλεξιπτωτισμός · αναπήδηση · αναπηδώ · ανεβαίνω · εξέχω · καταρράκτης · κενό σε επιχείρημα · ξεχωρίζω · πήδημα · πηδάω · πηδώ · προσπερνώ · σάλτο · σαλντώ · σαλτάρω · υπερπηδώ · χάσμα σε επιχείρημα · χοροπηδώ
  • αλλαγή παραγράφου
  • ακολουθώ το ρεύμα · ανεβαίνω στο τρένο · μπαίνω στον χορό · προσδένομαι στο άρμα (+Γεν.)
  • μπουστάκι
  • δεν έχω πέραση · μένω στα αζήτητα · χάνω το παιχνίδι τής δημοτικότητας
  • άλμα εις μήκος
  • Άλμα εις ύψος · άλμα εις ύψος · άλμα σε ύψος
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "jumping" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη