Μετάφραση του "juridical" σε Ελληνικά

Οι δικαστικός, δικανικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "juridical" σε Ελληνικά.

juridical adjective γραμματική

Pertaining to the law or rule of law, legal; judicial, related to the administration of justice (as to jurisprudence, or to the function of a judge or court). [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • δικαστικός

    adjective noun

    It is not a juridical body with the power to take binding decisions.

    Δεν είναι δικαστικό όργανο και δεν έχει την εξουσία να λαμβάνει δεσμευτικές αποφάσεις.

  • δικανικός

    adjective
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " juridical " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "juridical" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "juridical" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη