Μετάφραση του "juror" σε Ελληνικά

Οι ένορκος, κριτής, δικαστής είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "juror" σε Ελληνικά.

juror noun γραμματική

a member of a jury [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ένορκος

    noun masculine, feminine

    jury member

    A juror dies just as they're about to deliver a guilty verdict.

    Μια ένορκος πεθαίνει πάνω που θα τον έκριναν ένοχο.

  • κριτής

    noun common

    An alternate juror has been added to the panel.

    Ένας άλλος κριτής πήρε τη θέση του.

  • δικαστής

    noun masculine

    Your Honor, we ask the court to thank and excuse this juror.

    Κε δικαστά, ζητάμε από το δικαστήριο να ευχαριστήσει και να εξαιρέσει την ένορκο.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • κριτικός
    • μέλος κριτικής επιτροπής
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " juror " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "juror" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη