Μετάφραση του "knowing" σε Ελληνικά

Οι έξυπνος, αντίληψη είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "knowing" σε Ελληνικά.

knowing adjective noun verb γραμματική

Possessing knowledge or understanding; intelligent. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • έξυπνος

    adjective

    You know, you're a lot smarter than you look.

    Ξέρεις, είσαι πιο έξυπνος από ό, τι δείχνεις.

  • αντίληψη

    noun

    You know the ancient Egyptians had a beautiful believe about that.

    Ξέρεις, οι αρχαίοι Αιγύπτιοι είχαν μία όμορφη αντίληψη για το θάνατο.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " knowing " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "knowing" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "knowing" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη