Μετάφραση του "knowingly" σε Ελληνικά

Οι συνειδητά, επίτηδες, θελημένα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "knowingly" σε Ελληνικά.

knowingly adverb γραμματική

Done in the manner of one who knows. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • συνειδητά

    If she was delivering that to Dumbledore, she wasn't doing it knowingly.

    Αν το παρέδιδε στον Ντάμπλντορ, δε θα το έκανε συνειδητά.

  • επίτηδες

    adverb

    In the Commission’s view, Roquette knowingly maintained ambiguity in that regard.

    Κατά την Επιτροπή, η Roquette επίτηδες άφησε να πλανάται επ’ αυτού μια σχετική αβεβαιότητα.

  • θελημένα

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • σκόπιμα
    • εσκεμμένα
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " knowingly " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "knowingly" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη