Μετάφραση του "laboured" σε Ελληνικά

Οι βαρύς, δύσκολος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "laboured" σε Ελληνικά.

laboured adjective verb γραμματική

Simple past tense and past participle of labour. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • βαρύς

    adjective masculine
  • δύσκολος

    adjective masculine

    How very convenient to leave all the back-breaking labour to me.

    Πολύ βολικό, ν'αφήνεις όλα τα δύσκολα σε εμένα.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " laboured " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "laboured" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "laboured" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη