Μετάφραση του "laboured" σε Ελληνικά
Οι βαρύς, δύσκολος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "laboured" σε Ελληνικά.
laboured
adjective
verb
γραμματική
Simple past tense and past participle of labour. [..]
-
βαρύς
adjective masculine -
δύσκολος
adjective masculineHow very convenient to leave all the back-breaking labour to me.
Πολύ βολικό, ν'αφήνεις όλα τα δύσκολα σε εμένα.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " laboured " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "laboured" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
αγορά εργασίας · αγορά της εργασίας
-
Διεθνής Οργάνωση Εργασίας
-
Εργατικό Κόμμα της Νέας Ζηλανδίας
-
έλλειψη εργατικού δυναμικού
-
εργασία ανηλίκων
-
μετακινούμενη εργασία
-
Οικονομική της Εργασίας
-
Εργασία
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη