Μετάφραση του "lactation" σε Ελληνικά

Το θηλασμός είναι η μετάφραση του "lactation" σε Ελληνικά.

lactation noun γραμματική

The secretion of milk from the mammary gland of a female mammal. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • θηλασμός

    noun masculine

    Both pregnancy and lactation are known to stress maternal calcium homeostasis and to accelerate bone turnover

    Τόσο η κύηση όσο και ο θηλασμός είναι γνωστό ότι εντείνουν την ομοιόσταση του μητρικού ασβεστίου και επιταχύνουν την οστική ανακύκλωση

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " lactation " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "lactation" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "lactation" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη