Μετάφραση του "lactose" σε Ελληνικά
Οι λακτόζη, γαλακτοσάκχαρο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "lactose" σε Ελληνικά.
lactose
noun
γραμματική
(biochemistry) The disaccharide sugar of milk and dairy products, C 12 H 22 O 11 , (a product of glucose and galactose) used as a food and in medicinal compounds. [..]
-
λακτόζη
noun femininedisaccharide sugar of milk and dairy products
This is Eliza, and she's lactose intolerant, so no milk.
Αυτή είναι η Ελίζα, έχει δυσανεξία στη λακτόζη, οπότε όχι γάλα.
-
γαλακτοσάκχαρο
noun
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " lactose " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "lactose"
Φράσεις παρόμοιες με "lactose" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Δυσανεξία στη λακτόζη
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη