Μετάφραση του "lag" σε Ελληνικά
Οι καθυστέρηση, καθυστερώ, χρονοτριβώ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "lag" σε Ελληνικά.
late [..]
-
καθυστέρηση
noun feminine(Internet) bad connection, loss of connection
This area of justice and home affairs and freedom has lagged far behind.
Αυτός ο τομέας της δικαιοσύνης και των εσωτερικών υποθέσεων και της ελευθερίας παρουσιάζει μεγάλη καθυστέρηση.
-
καθυστερώ
verbto fall behind
As regards equal treatment of women and men , legal alignment is lagging behind.
Όσον αφορά την ίση μεταχείριση γυναικών και ανδρών, η εναρμόνιση της νομοθεσίας έχει καθυστερήσει.
-
χρονοτριβώ
to fall behind
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- χρονοτριβή
- δέχομαι
- χρονική υστέρηση
- βραδυπορία
- επιβραδύνω
- μένω πίσω
- κατάδικος
- επιβράδυνση
- βαρελοσανίδα
- χασομερώ
- στεφάνι βαρελιού
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " lag " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
-
Χρονική, φασική υστέρηση
Loose (inclined to play many starting hands, including weak ones) and aggressive (inclined to raise often).
"LAG" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά
Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το LAG στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.
Φράσεις παρόμοιες με "lag" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
αντιστάθμιση προπορείας - υστέρησης
-
μένω πίσω · υπολείπομαι · υστερώ [+Γεν.]
-
φασική υστέρηση
-
χρονική υστέρηση · χρόνος υστέρησης
-
υστέρηση φάσης
-
αναβολή
-
καθυστερημένο ρεύμα
-
θερμομονωτικό υλικό · μόνωση