Μετάφραση του "lagging" σε Ελληνικά

Οι θερμομονωτικό υλικό, μόνωση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "lagging" σε Ελληνικά.

lagging adjective noun verb γραμματική

Present participle of lag. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • θερμομονωτικό υλικό

    noun neuter

    insulation material

  • μόνωση

    noun feminine

    lagging ducts and final blowers which are situated in soundproof buildings

    μόνωση σωληνώσεων και τελικών φυσητήρων που βρίσκονται σε ηχομονωμένα κτίρια,

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " lagging " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "lagging" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • αντιστάθμιση προπορείας - υστέρησης
  • μένω πίσω · υπολείπομαι · υστερώ [+Γεν.]
  • φασική υστέρηση
  • χρονική υστέρηση · χρόνος υστέρησης
  • υστέρηση φάσης
  • lag
    βαρελοσανίδα · βραδυπορία · δέχομαι · επιβράδυνση · επιβραδύνω · καθυστέρηση · καθυστερώ · κατάδικος · μένω πίσω · στεφάνι βαρελιού · χασομερώ · χρονική υστέρηση · χρονοτριβή · χρονοτριβώ
  • Lag
    Χρονική, φασική υστέρηση
  • αναβολή
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "lagging" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη