Μετάφραση του "lancinating" σε Ελληνικά

Οι διαπεραστικός, οξύς, σουβλερός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "lancinating" σε Ελληνικά.

lancinating adjective verb γραμματική

Present participle of lancinate. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • διαπεραστικός

  • οξύς

    (για πόνο)
  • σουβλερός

    (για πόνο)
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " lancinating " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "lancinating" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη