Μετάφραση του "lasso" σε Ελληνικά

Το λάσο είναι η μετάφραση του "lasso" σε Ελληνικά.

lasso verb noun γραμματική

A long rope with a sliding loop on one end, generally used in ranching to catch cattle and horses. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • λάσο

    noun

    Weaving together untanned hides to make reins for horses or lassos to herd cattle.

    Από το πλέξιμο ακατέργαστων δερμάτων μαζί για να φτιαχτούν χαλινάρια για άλογα ή λάσο για κοπάδια αγελάδων.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " lasso " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Lasso noun

A tool that defines a free-form area that encloses all the shapes to be selected. [..]

+ Προσθήκη

"Lasso" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Lasso στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Εικόνες με "lasso"

Φράσεις παρόμοιες με "lasso" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "lasso" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη