Μετάφραση του "last" σε Ελληνικά

Οι τελευταίος, τελικά, διαρκώ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "last" σε Ελληνικά.

last adjective verb noun adverb γραμματική

Final, ultimate, coming after all others of its kind. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • τελευταίος

    adjective masculine

    least preferable [..]

    He who laughs last laughs best.

    Γελάει καλύτερα όποιος γελάει τελευταίος.

  • τελικά

    adjective adverb

    finally [..]

    We thought we had one last week, but the organ wasn't viable.

    Νομίζαμε πως είχαμε ένα όργανο, αλλά τελικά δεν ήταν βιώσιμο.

  • διαρκώ

    verb

    endure, continue over time

    You will create a scandal that will last until the next news cycle.

    Θα δημιουργήσεις ένα σκάνδαλο που θα διαρκέσει απλά μέχρι τον επόμενο κύκλο ειδήσεων.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • τελικός
    • ύστατος
    • κρατώ
    • πρόσφατος
    • καλαπόδι
    • περασμένος
    • προηγούμενος
    • στο τέλος
    • τέλος
    • φτουρώ
    • τελευταία
    • έσχατος
    • αντέχω
    • τραβώ
    • επιβιώνω
    • στερνός
    • αντέχω στο χρόνο
    • παρελθών, -ούσα, -όν
    • συνέχιση
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " last " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Last
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Τελευταίο

    She was the last person I expected to see in such a place.

    Ήταν το τελευταίο άτομο που περίμενα να δω σε ένα τέτοιο μέρος.

Εικόνες με "last"

Φράσεις παρόμοιες με "last" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "last" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη