Μετάφραση του "lastingness" σε Ελληνικά

Οι ανθεκτικότητα, αντοχή, διάρκεια είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "lastingness" σε Ελληνικά.

lastingness noun γραμματική

The property of lasting, of having long duration. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ανθεκτικότητα

    Noun
  • αντοχή

    noun feminine
  • διάρκεια

    noun
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " lastingness " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "lastingness" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη