Μετάφραση του "lasting" σε Ελληνικά
Οι διαρκής, αδιάκοπος, ακατάλυτος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "lasting" σε Ελληνικά.
lasting
adjective
noun
verb
γραμματική
Persisting for an extended period of time. [..]
-
διαρκής
adjectiveIf monetary union is to become a reality, lasting stability is absolutely essential.
Aν θέλουμε να γίνει πραγματικότητα η Nομισματική Ένωση, μια διαρκής σταθερότητα αποτελεί απόλυτη ανάγκη.
-
αδιάκοπος
adjective -
ακατάλυτος
adjective
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- ανεξίτηλος
- διαρκείας
- παρατεταμένος
- που αντέχει στο χρόνο
- χρόνιος
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " lasting " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "lasting"
Φράσεις παρόμοιες με "lasting" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
έσχατος · αντέχω · αντέχω στο χρόνο · διαρκώ · επιβιώνω · καλαπόδι · κρατώ · παρελθών, -ούσα, -όν · περασμένος · προηγούμενος · πρόσφατος · στερνός · στο τέλος · συνέχιση · τέλος · τελευταία · τελευταίος · τελικά · τελικός · τραβώ · φτουρώ · ύστατος
-
τελειόφοιτος
-
κλείνουμε σε λίγο · τελευταία ευκαιρία · τελευταίες παραγγελίες, παρακαλώ · το κατάστημα κλείνει
-
θα τα ξαναπούμε
-
μέχρι την τελευταία λεπτομέρεια
-
πέρσι
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη