Μετάφραση του "latching" σε Ελληνικά

Το μαντάλωμα είναι η μετάφραση του "latching" σε Ελληνικά.

latching noun adjective verb γραμματική

Present participle of latch. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • μαντάλωμα

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " latching " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "latching" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • συνθήκη προσκόλλησης
  • κλειδαριά με μάνταλο · μάνδαλο · μάνταλο · μάνταλος · σύρτης
  • ρεύμα μανδάλωσης
  • Σειρά Χ-Μανδάλωσης-Λάστιχου
  • ηλεκτρονόμος μανδάλωσης
  • Μάνταλο, μηχανική ασφάλεια, δισταθές κύκλωμα
  • Σειρά Χ-Μανδάλωσης-Λάστιχου
  • μανδαλωτός
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "latching" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη