Μετάφραση του "launder" σε Ελληνικά

Οι πλένω, πλένομαι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "launder" σε Ελληνικά.

launder verb noun γραμματική

(obsolete) A washerwoman. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • πλένω

    verb
  • πλένομαι

    verb
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " launder " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "launder" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • πλένω
  • Ξέπλυμα βρώμικου χρήματος · νομιμοποίηση παράνομου χρήματος · ξέπλυμα μαύρου χρήματος · ξέπλυμα χρήματος
  • λεύκανση · ξέπλυμα
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "launder" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη