Μετάφραση του "laundering" σε Ελληνικά
Οι λεύκανση, ξέπλυμα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "laundering" σε Ελληνικά.
laundering
noun
verb
γραμματική
Present participle of launder. [..]
-
λεύκανση
nounThe act of washing and ironing clothes, linen, etc.
-
ξέπλυμα
neuterA little bit of money laundering here, smuggling between continents there.
Λίγο ξέπλυμα χρημάτων εδώ, λίγο διηπειρωτικό λαθρεμπόριο εκεί.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " laundering " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "laundering" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
πλένω
-
Ξέπλυμα βρώμικου χρήματος · νομιμοποίηση παράνομου χρήματος · ξέπλυμα μαύρου χρήματος · ξέπλυμα χρήματος
-
πλένομαι · πλένω
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη