Μετάφραση του "lavabo" σε Ελληνικά

Οι νιπτήρας, φυάλη αγιασμού είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "lavabo" σε Ελληνικά.

lavabo noun γραμματική

A washbasin, especially one attached to the wall of a church, and used for the ceremonial washing of the hands of the celebrant before the eucharist [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • νιπτήρας

    noun masculine
  • φυάλη αγιασμού

    feminine

    church washbasin

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " lavabo " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "lavabo" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη