Μετάφραση του "lavishly" σε Ελληνικά

Οι αφειδώς, πλουσιοπάροχα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "lavishly" σε Ελληνικά.

lavishly adverb γραμματική

In a lavish manner, expending profusely. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αφειδώς

  • πλουσιοπάροχα

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " lavishly " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "lavishly" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη