Μετάφραση του "leaseholder" σε Ελληνικά
Οι μισθωτής, ενοικιαστής είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "leaseholder" σε Ελληνικά.
leaseholder
noun
γραμματική
A person who is tenant by holding a lease, a leasee. [..]
-
μισθωτής
noun masculineThe holder can own the holding outright or rent it or be a hereditary long-term leaseholder or a usufructuary or a trustee.
Ο κάτοχος της εκμετάλλευσης μπορεί να είναι ιδιοκτήτης, μισθωτής, εμφυτευτής, επικαρπωτής ή επίτροπος διαχείρισης.
-
ενοικιαστής
noun masculine
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " leaseholder " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "leaseholder" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
μίσθιο
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη