Μετάφραση του "leasing" σε Ελληνικά

Οι μίσθωση, χρηματοδοτική μίσθωση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "leasing" σε Ελληνικά.

leasing noun verb γραμματική

(archaic) A lie; the act of lying, falsehood. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • μίσθωση

    noun feminine

    The gross investment in the lease discounted at the interest rate implicit in the lease.

    Η ακαθάριστη επένδυση στη μίσθωση προεξοφλημένη με το τεκμαρτό επιτόκιο της μίσθωσης.

  • χρηματοδοτική μίσθωση

    for LeasePlan Corporation N.V.: full fleet leasing and management services for light vehicles, short term car rental, finance lease and insurance (brokerage).

    για την LeasePlan Corporation N.V: πλήρης χρηματοδοτική μίσθωση στόλου αυτοκινήτων και υπηρεσίες διαχείρισης ελαφρών οχημάτων, βραχυπρόθεσμη ενοικίαση αυτοκινήτων, χρηματοδοτική μίσθωση και ασφαλίσεις (μεσιτεία).

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " leasing " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "leasing" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • σύμβαση αγρομίσθωσης
  • μισθωμένη γραμμή
  • παράταση ζωής
  • μισθωμένο κύκλωμα
  • εκμίσθωση · εκμισθώνω · ενοικίαση · ενοικιάζω · ενοικιαστήριο · λίστα · μίσθιο ακίνητο · μίσθωση · μισθωτήριο · μισθωτική σχέση · μισθώνω · νοικιάζω · νοικιασμένο · πάκτωση · πιάνω · σταύρωση · σύμβαση μίσθωσης · χρηματοδοτική μίσθωση
  • εκμισθωτής
  • χρέωση μισθωμένης γραμμής
  • συμφωνητικό μίσθωσης
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "leasing" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη