Μετάφραση του "lechery" σε Ελληνικά

Οι ακολασία, ασέλγεια είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "lechery" σε Ελληνικά.

lechery noun γραμματική

Inordinate indulgence in sexual activity. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ακολασία

    noun feminine

    Excessive indulgence in sensual pleasures.

    If that sort of lechery takes place, and you know about it it's a mortal sin to conceal it.

    Αν συμβαίνει τέτοια ακολασία κι εσείς το γνωρίζετε είναι θανάσιμο αμάρτημα να το κρύβετε.

  • ασέλγεια

    noun masculine

    Simony, usury, public lechery, and poisoning, perhaps.

    Σιμωνία, τοκογλυφία, δημόσια ασέλγεια. Και για δηλητηρίαση ίσως.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " lechery " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "lechery" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη