Μετάφραση του "lengthwise" σε Ελληνικά
Οι επιμήκης, στο μάκρος, του μάκρους είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "lengthwise" σε Ελληνικά.
lengthwise
adjective
adverb
γραμματική
In the long direction of an oblong object. [..]
-
επιμήκης
adj.2) Που διασχίζει, τέμνει κτ κατά μήκος - Χρήσεις: επιμήκης διατομή | επιμήκης άξονας [ΜΗΛΝΕΓ]
-
στο μάκρος
επίρρ., προφ.μάκρος: 1) α. Το μήκος - Χρήσεις: Κόβουμε τα κολοκύθια/ τις μελιτζάνες στο μάκρος (= κατά μήκος) [ΜΗΛΝΕΓ]
-
του μάκρους
adverb - λαϊκ.κατά μήκος - Χρήσεις: Χρήσεις Έπιασε το ψωμί και το έκοψε του μάκρους [ΜΗΛΝΕΓ]
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " lengthwise " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη