Μετάφραση του "lenience" σε Ελληνικά
Οι επιείκεια, ανεκτικότητα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "lenience" σε Ελληνικά.
lenience
noun
γραμματική
(uncountable) Leniency: mercy or forgiveness in the assignment of punishment. [..]
-
επιείκεια
noun feminineHe said if you give us something good, he'd recommend leniency.
Είπε πως αν μας δώσεις κάτι καλό, θα προτείνει επιείκεια.
-
ανεκτικότητα
nounLeniency... or " Clear and Severe "?
Η ανεκτικότητα ή η Σαφής και Σοβαρή;
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " lenience " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "lenience" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
ανεκτικότητα · επιείκεια
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη