Μετάφραση του "letting" σε Ελληνικά
Το νοικιασμένο είναι η μετάφραση του "letting" σε Ελληνικά.
letting
noun
verb
γραμματική
Present participle of let. [..]
-
νοικιασμένο
noun
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " letting " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "letting" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
επιτίθεμαι κατά [+Γεν.] · στρέφομαι κατά, εναντίον [+Γεν.]
-
αμολάω κλανιά
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη