Μετάφραση του "libel" σε Ελληνικά
Οι λιβελλογράφημα, λίβελλος, δυσφήμηση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "libel" σε Ελληνικά.
libel
verb
noun
γραμματική
A written (notably as handbill) or pictorial statement which unjustly seeks to damage someone's reputation. [..]
-
λιβελλογράφημα
neuterany defamatory writing [..]
-
λίβελλος
masculinedefamatory false written statement
Gentleman, this is a libel, a libel on you all.
Κύριοι, αυτό είναι λίβελλος, ένας λίβελλος εναντίον όλων σας.
-
δυσφήμηση
nounLanagin is correct in saying we run the risk of libel.
Ο Λαναγκιν έχει δίκιο που λέει ότι βαδίζουμε με ρίσκο στην δυσφήμηση.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- λίβελος
- σάτιρα
- συκοφαντική δυσφήμηση
- συκοφαντική δυσφήμιση
- δυσφημίζω
- δυσφημώ
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " libel " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "libel" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
δυσφημιστικός
-
συκοφαντία του αίματος
-
δυσφημιστικός · συκοφαντικός
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη