Μετάφραση του "liberal" σε Ελληνικά
Οι φιλελεύθερος, γενναιόδωρος, ελεύθερος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "liberal" σε Ελληνικά.
(now rare except in phrases) Pertaining to those arts and sciences whose study was considered "worthy of a free man" (as opposed to servile, mechanical); worthy, befitting a gentleman. [..]
-
φιλελεύθερος
adjective noun masculineone who favors individual voting rights, human and civil rights, individual gun rights and laissez-faire markets [..]
that liberals and conservatives both have something to contribute,
ότι και οι φιλελεύθεροι και οι συντηρητικοί έχουν κάτι να προτείνουν,
-
γενναιόδωρος
adjective masculineample, abundant, generous in quantity
No doubt his liberality is well represented by his surviving partner.
Αναμφίβολα είστε κι εσείς γενναιόδωρος, όπως ήταν εκείνος.
-
ελεύθερος
adjective masculineIt's very liberating, Your Highness.
Νιώθω πολύ ελεύθερος, μεγαλειότατε.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- φιλελεύθερη
- φιλελεύθερο
- προοδευτικός
- φιλελεύθεροι
- Φιλελεύθερος
- Φιλελεύθερη
- Φιλελεύθερο
- αριστερός
- ελευθερόφρων
- κεντροαριστερά
- ελαστικός
- δεκτικός
- φιλελέφτ
- ανεκτικός
- αντικαθεστωτικός
- αριστερίστικος
- αριστερόστροφος
- γενναιόφρων
- μπόλικος
- φιλελέμπουρας
- φιλελές
- φιλελευθεροκεντρώα
- φιλελευθεροκεντρώο
- ελευθέριος
- Φιλελεύθεροι
- αριστερίζων, -ουσα, -ον
- αριστερόφιλος
- ελευθεριάζ-ων, -ουσα, -ον
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " liberal " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
(UK) A Liberal Democrat. [..]
"Liberal" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά
Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Liberal στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.
Φράσεις παρόμοιες με "liberal" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Φιλελεύθερος φεμινισμός
-
ελευθέριο επάγγελμα
-
ανθρωπιστική επιστήμη · κλασικές σπουδές
-
αριστερισμός
-
ελευθέριες τέχνες
-
Πανελλήνιο Απελευθερωτικό Κίνημα
-
φιλελέφτ
-
πρώην φιλελεύθερο κόμμα