Μετάφραση του "licencing" σε Ελληνικά

Το χορήγηση αδείας είναι η μετάφραση του "licencing" σε Ελληνικά.

licencing verb

Present participle of licence. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • χορήγηση αδείας

    noun

    Any process of granting and certifying legal or administrative permission to a person or organization to pursue some occupation or to perform some activity or business. (Source: BLD)

    All licence applications shall be accompanied by proof of payment of the licence fee for the period of its validity.

    Κάθε αίτηση για χορήγηση αδείας πρέπει να συνοδεύεται από την απόδειξη πληρωμής των τελών για την περίοδο ισχύος της άδειας.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " licencing " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "licencing" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "licencing" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη