Μετάφραση του "licensed" σε Ελληνικά

Οι αδειούχος, εξουσιοδοτημένος, πτυχιούχος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "licensed" σε Ελληνικά.

licensed adjective verb γραμματική

Having been issued with a license by the required authority. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αδειούχος

    adjective

    I'm a licensed psychologist who specializes In metahuman anger management.

    Είμαι αδειούχος ψυχολόγος που ειδικεύομαι στην διαχείριση θυμού των υπεράνθρωπων.

  • εξουσιοδοτημένος

    authorized by license

    I'm not licensed to practice law in new jersey.

    Δεν είμαι εξουσιοδοτημένος να ασκώ δικηγορία στο Νιου Τζέρσεϊ.

  • πτυχιούχος

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " licensed " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "licensed" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "licensed" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη