Μετάφραση του "licensing" σε Ελληνικά

Το αδειοδότηση είναι η μετάφραση του "licensing" σε Ελληνικά.

licensing verb

Present participle of license. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αδειοδότηση

    feminine

    that negotiates the reverse fishing license with the country.

    που διαπραγματεύεται την αδειοδότηση ανάστροφης αλίευσης με τη χώρα.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " licensing " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "licensing" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "licensing" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη