Μετάφραση του "licit" σε Ελληνικά
Οι νόμιμος, θεμιτός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "licit" σε Ελληνικά.
licit
adjective
γραμματική
Not forbidden by formal or informal rules. [..]
-
νόμιμος
adjective masculineA reading of those minutes does not reveal any kind of distinction between licit and illicit exports.
Πράγματι, από την ανάγνωση των πρακτικών δεν προκύπτει κανενός είδους διάκριση μεταξύ νομίμων και παρανόμων εξαγωγών.
-
θεμιτός
adjective
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " licit " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη