Μετάφραση του "lick" σε Ελληνικά
Οι γλείφω, δέρνω, γλείψιμο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "lick" σε Ελληνικά.
lick
verb
noun
γραμματική
To stroke with the tongue. [..]
-
γλείφω
verbto stroke with a tongue
I can lick Zaleski's shoes for the next four years.
Θα γλείφω τον Ζαλέσκι για τα επόμενα τέσσερα χρόνια.
-
δέρνω
verb -
γλείψιμο
Inga says licking raw meat helps you open up!
Η Ινγκα λέει ότι το γλείψιμο ωμού κρέατος σε βοηθά να ανοιχτείς!
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- κάνω
- λείχω
- μπουνιά
- γροθιά
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " lick " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "lick"
Φράσεις παρόμοιες με "lick" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
ήττα · ξυλοδαρμός · ξυλοκόπημα · ξυλοφόρτωμα
-
γλείφω
-
δουλειά τού ποδαριού · όσα βλέπει η πεθερά
-
To take forceful action or exert considerable effort to bring someone or something into a fitter, more efficient, or better-organised state. · καταρτίζω
-
Αστεροσκοπείο Λικ
-
To take forceful action or exert considerable effort to bring someone or something into a fitter, more efficient, or better-organised state. · καταρτίζω
-
ήττα · ξυλοδαρμός · ξυλοκόπημα · ξυλοφόρτωμα
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη