Μετάφραση του "lightheaded" σε Ελληνικά
Οι λιπόθυμος, επιπόλαιος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "lightheaded" σε Ελληνικά.
lightheaded
adjective
γραμματική
Dizzy or feeling faint, usually caused by a drop in blood pressure to the brain. [..]
-
λιπόθυμος
adjectiveFeeling faint
-
επιπόλαιος
adjective
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " lightheaded " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη