Μετάφραση του "limit" σε Ελληνικά

Οι όριο, σύνορο, περιορίζω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "limit" σε Ελληνικά.

limit adjective verb noun γραμματική

(transitive) To restrict; not to allow to go beyond a certain bound. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • όριο

    noun neuter

    boundary

    These limits shall not apply to water filter vacuum cleaners.

    Τα όρια αυτά δεν ισχύουν για ηλεκτρικές σκούπες με φίλτρο νερού.

  • σύνορο

    noun neuter

    boundary

    Legal limits, however, are being defended with great vigour.

    Όμως τα σύνορα του δικαίου στην Ευρώπη προσκρούουν σε σθεναρή αντίσταση.

  • περιορίζω

    verb

    restrict

    The use of the reference equipment is limited to the frequency range for which they have been calibrated.

    Η χρήση του εξοπλισμού αναφοράς περιορίζεται στο φάσμα συχνοτήτων για το οποίο έχει βαθμονομηθεί.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • μεθόριος
    • περιορισμός
    • οριακή τιμή
    • Όριο
    • περιοριζω,οριο
    • περιστέλλω
    • γραμμή
    • οριοθετώ
    • δεσμεύω
    • άκρον άωτον
    • θέτω φραγμό, -ούς
    • στενεύω
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " limit " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Limit
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Όριο

    These limits shall not apply to water filter vacuum cleaners.

    Τα όρια αυτά δεν ισχύουν για ηλεκτρικές σκούπες με φίλτρο νερού.

Εικόνες με "limit"

Φράσεις παρόμοιες με "limit" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "limit" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη