Μετάφραση του "linguistically" σε Ελληνικά

Το γλωσσολογικά είναι η μετάφραση του "linguistically" σε Ελληνικά.

linguistically adverb γραμματική

In the manner of linguistics. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • γλωσσολογικά

    adjective

    The origin of Vlachs, like that of the linguistically related Romanians, remains an unresolved puzzle

    Η καταγωγή των Βλάχων, όπως κι αυτή των γλωσσολογικά συγγενών ρουμάνων, παραμένει ένας άλυτος γρίφος

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " linguistically " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "linguistically" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "linguistically" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη