Μετάφραση του "linking" σε Ελληνικά
Το σύνδεση είναι η μετάφραση του "linking" σε Ελληνικά.
linking
adjective
noun
verb
γραμματική
Present participle of link. [..]
-
σύνδεση
noun feminineIn a project, establishing a dependency between tasks. Linking tasks defines a dependency between their start and finish dates. In OLE, establishing a connection between programs so that data in one document is updated when it changes in another.
Input credit could also be developed by linking inputs to output markets.
Επίσης μπορούν να καθιερωθούν πιστώσεις για τις εισροές με τη σύνδεση των αγορών εισροών με τις αγορές εκροών.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " linking " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "linking" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
σχετική σύνδεση
-
Διαδικασία μονής ζεύξης
-
δένω · δεσμός · δικτυώνω · ενώνω · ζεύξη · κρίκος · μονάδα μήκους · συνένωση · συνδέω · σύνδεση · σύνδεσμος · χαλκάς
-
Ζεύξη μεταξύ εγκαταστάσεων
-
Ραδιοζεύξη δεδομένων
-
άρρηκτα συνδεδεμένος
-
Κυκλικά συζευγμένος κατάλογος
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη