Μετάφραση του "lisp" σε Ελληνικά

Οι ψευδίζω, ψεύδισμα, ψευδισμός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "lisp" σε Ελληνικά.

lisp verb noun γραμματική

To pronounce the sibilant letter ‘s’ imperfectly; to give ‘s’ and ‘z’ the sounds of ‘th’ (IPA: /θ / ð/) — a defect common amongst children. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ψευδίζω

    verb

    to pronounce the sibilant letter ‘s’ imperfectly

    Except I don't have a lisp.

    Μόνο που εγώ δεν ψευδίζω.

  • ψεύδισμα

    neuter

    The habit or an act of lisping.

    Usually you can't really refer to a lisp as a handicap but in his case you could.

    Συνήθως δεν μπορείς να αναφερθείς σαν αναπηρία στο ψεύδισμα αλλά σε αυτή την περίπτωση μπορούσες.

  • ψευδισμός

    masculine

    The habit or an act of lisping.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • τσεύδισμα
    • τραυλίζω
    • τραύλισμα
    • ψελλίζω
    • ψιθυρίζω
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " lisp " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Lisp proper

(programming languages) A functional programming language with a distinctive parenthesized syntax, much used in artificial intelligence. [..]

+ Προσθήκη

"Lisp" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Lisp στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

LISP proper noun

Alternative spelling of Lisp. [..]

+ Προσθήκη

"LISP" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το LISP στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Φράσεις παρόμοιες με "lisp" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • ψευδισμός · ψεύδισμα
  • ψευδισμός · ψεύδισμα
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "lisp" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη