Μετάφραση του "lisping" σε Ελληνικά

Οι ψευδισμός, ψεύδισμα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "lisping" σε Ελληνικά.

lisping noun verb γραμματική

Present participle of lisp. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ψευδισμός

  • ψεύδισμα

    Usually you can't really refer to a lisp as a handicap but in his case you could.

    Συνήθως δεν μπορείς να αναφερθείς σαν αναπηρία στο ψεύδισμα αλλά σε αυτή την περίπτωση μπορούσες.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " lisping " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "lisping" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • τραυλίζω · τραύλισμα · τσεύδισμα · ψελλίζω · ψευδίζω · ψευδισμός · ψεύδισμα · ψιθυρίζω
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "lisping" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη