Μετάφραση του "listless" σε Ελληνικά

Οι άτονος, αδιάφορος, απαθής είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "listless" σε Ελληνικά.

listless adjective γραμματική

Lacking energy, enthusiasm or liveliness. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • άτονος

    adjective masculine

    Lacking enthusiasm

    He was listless and hadn't eaten all day.

    Ήταν άτονος και δεν έχει φάει όλη μέρα.

  • αδιάφορος

    adjective

    " The listless east wind, the withered blooms "

    " Ο αδιάφορος Ανατολικός'νεμος, το μαραμένο ανθίζει "

  • απαθής

    adjective

    The hysterics are less listless now that they don't have you poking around their private parts.

    Οι υστερία είναι λιγότερο απαθής τώρα που δεν έχουν να σας σπρώχνει γύρω τους τα ιδιωτικά μέρη.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • Having no energy and enthusiasm, and unwilling to do anything needing effort ... ατονος, απαθης, αδιαφορος, νωθρος, ανορεχτος
    • νωθρός
    • ανόρεχτος
    • χαλαρός
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " listless " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "listless" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • αδιαφορία · ακηδία · ατονία · καταπόνηση · κούραση · κόπος · νωθρότητα · ραθυμία
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "listless" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη