Μετάφραση του "listlessness" σε Ελληνικά

Οι νωθρότητα, ατονία, αδιαφορία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "listlessness" σε Ελληνικά.

listlessness noun γραμματική

The state of being listless; indifference; lethargy. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • νωθρότητα

    noun feminine

    state of being listless

    weight loss, or listlessness, seek medical attention immediately. lP i na dic

    ή νωθρότητα, συμβουλευθείτε αμέσως το γιατρό σας. οπ ου ϊό ντ ρο ικ όπ υτ κε α

  • ατονία

    noun feminine

    state of being listless

    “I feel listless, experience frequent headaches, and encounter concentration problems.

    «Νιώθω ατονία, υποφέρω από συχνούς πονοκεφάλους και έχω προβλήματα συγκέντρωσης.

  • αδιαφορία

    noun
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • ακηδία
    • καταπόνηση
    • κούραση
    • ραθυμία
    • κόπος
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " listlessness " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "listlessness" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • Having no energy and enthusiasm, and unwilling to do anything needing effort ... ατονος, απαθης, αδιαφορος, νωθρος, ανορεχτος · άτονος · αδιάφορος · ανόρεχτος · απαθής · νωθρός · χαλαρός
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "listlessness" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη