Μετάφραση του "litigate" σε Ελληνικά
Οι αντιδικώ, εγκαλώ, ενάγω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "litigate" σε Ελληνικά.
litigate
verb
γραμματική
(intransitive, construed with on ) To go to law. [..]
-
αντιδικώ
verbI shouldn't be litigating with clergy.
Δεν πρέπει να αντιδικώ με κληρικό.
-
εγκαλώ
verb -
ενάγω
verb -
μηνύω
verbI'm not a litigator.
Δεν ασχολούμαι με μηνύσεις εγώ.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " litigate " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "litigate" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
απαιτούμενη προδικασία
-
αγωγή · δίκη · διαδικασία · διαφορά · δικαστικός αγώνας · δικομανία
-
δικομανία
-
διάδικος
-
αγωγή · δίκη · διαδικασία · διαφορά · δικαστικός αγώνας · δικομανία
-
διάδικος
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη