Μετάφραση του "litigious" σε Ελληνικά

Οι δικομανής, φιλόδικος, επίδικος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "litigious" σε Ελληνικά.

litigious adjective γραμματική

Of or relating to litigation. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • δικομανής

    adjective masculine m;f masculine;feminine

    inclined to engage in lawsuits [..]

    OK, I really didn't want to get litigious, but I brought a lawyer.

    Δεν ήθελα να γίνω δικομανής, αλλά έφερα μαζί μου δικηγόρο.

  • φιλόδικος

    Adjective masculine

    argumentative or combative

    I'm a litigious businessman, and I need a coffee to go.

    Είμαι ένας φιλόδικος επιχειρηματίας, και χρειάζομαι έναν καφέ γρήγορα.

  • επίδικος

    Adjective masculine

    of or relating to litigation

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " litigious " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "litigious" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "litigious" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη