Μετάφραση του "loaded" σε Ελληνικά
Οι ματσωμένος, φορτισμένος, έμφορτος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "loaded" σε Ελληνικά.
Simple past tense and past participle of load. [..]
-
ματσωμένος
adjective masculine(slang) having wealth
Anyway, Sheikhy was loaded and he wanted a job done.
Ο Σεΐχης ήταν ματσωμένος και ήθελε να του κάνουμε μια δουλειά.
-
φορτισμένος
particleAt the manufacturer’s request the chassis frame shall be set in the attitude it takes up when loaded.
Κατόπιν αιτήματος του κατασκευαστή, ο σκελετός θα τοποθετηθεί στη θέση που λαμβάνει όταν είναι φορτισμένος.
-
έμφορτος
adjectiveSubdivision load line is the waterline used in determining the subdivision of the ship.
Έμφορτος ίσαλος γραμμή υποδιαιρέσεως είναι η ίσαλος γραμμή που λαμβάνεται υπόψη κατά τον προσδιορισμό της υποδιαιρέσεως του πλοίου.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- γεμάτος
- νοθευμένος
- φορτωμένος
- βεβαρημένος
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " loaded " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
"Loaded" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά
Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Loaded στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.
Φράσεις παρόμοιες με "loaded" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
καμπύλη φόρτου
-
χώρος ψόртωση
-
ενεργό φορτίο
-
άγχος · αποστολή εμπορευμάτων · βάρος · γεμίζω · εξοπλίζω · νοθεύω · οπλίζω · φορτία · φορτίζω · φορτίο · φορτώνω · φόρτιση · φόρτος · φόρτωμα · φόρτωση
-
παίρνω μάτι
-
Έλεγχος συχνότητας φορτίου
-
ρεύμα φορτίου
-
μετρητής φορτίου