Μετάφραση του "localhost" σε Ελληνικά

Το Localhost είναι η μετάφραση του "localhost" σε Ελληνικά.

localhost noun γραμματική

(computing) The computer being used locally, contrasted with remote computers elsewhere on a network. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Localhost

    standard hostname for a networked device's loopback interface

    Check that your firewall is not set to block local connections (allow connections to localhost or

    Ελέγξτε ότι το τείχος προστασίας σας δεν έχει οριστεί να απαγορεύει τις τοπικές συνδέσεις (επιτρέψτε τις συνδέσεις στο localhost ή

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " localhost " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "localhost" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη