Μετάφραση του "locality" σε Ελληνικά

Οι τοποθεσία, γειτονιά, θέση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "locality" σε Ελληνικά.

locality noun γραμματική

The fact or quality of having a position in space. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • τοποθεσία

    noun feminine

    surroundings of a particular place

    Thereby giving us the locale of said breach.

    Δίνοντάς μας έτσι, την τοποθεσία της εν λόγω ρήξης.

  • γειτονιά

    noun feminine

    neighbourhood

    He comes to our locality and stops us from singing?

    ́ Ερχεται στη γειτονιά μας και μας λέει να μην τραγουδάμε;

  • θέση

    noun feminine

    situation or position of an object

    The “master mode” switch shall normally be in the “local control” mode.

    Ο “γενικός διακόπτης” κανονικά πρέπει να είναι στη θέση “τοπικός έλεγχος”.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • περιβάλλον
    • περιοχή
    • γειτνίαση
    • εντοπιότητα
    • εγγύτητα
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " locality " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "locality"

Φράσεις παρόμοιες με "locality" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "locality" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη